Greek grammar: Regular verbs: ωφελώ

From UniLang Wiki

Jump to: navigation, search

Second conjugation: Ωφελώ

Active Voice (Ενεργητική φωνή)

Present (Ενεστώτας)
ωφελώ
ωφελείς
ωφελεί
ωφελούμε
ωφελείτε
ωφελούν
Imperfect (Παρατατικός)Aorist (Αόριστος)Present Perfect (Παρακείμενος)Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
ωφελούσα ωφέλησα έχω ωφελήσει είχα ωφελήσει
ωφελούσες ωφέλησες έχεις ωφελήσει είχες ωφελήσει
ωφελούσε ωφέλησε έχει ωφελήσει είχε ωφελήσει
ωφελούσαμε ωφελήσαμε έχουμε ωφελήσει είχαμε ωφελήσει
ωφελούσατε ωφελήσατε έχετε ωφελήσει είχατε ωφελήσει
ωφελούσαν ωφέλησαν έχουν ωφελήσει είχαν ωφελήσει
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)Conditional
θα ωφελώ θα ωφελήσω θα έχω ωφελήσει θα ωφελούσα
θα ωφελείς θα ωφελήσεις θα έχεις ωφελήσει θα ωφελούσες
θα ωφελεί θα ωφελήσει θα έχει ωφελήσει θα ωφελούσε
θα ωφελούμε θα ωφελήσουμε θα έχουμε ωφελήσει θα ωφελούσαμε
θα ωφελείτε θα ωφελήσετε θα έχετε ωφελήσει θα ωφελούσατε
θα ωφελούν θα ωφελήσουν θα έχουν ωφελήσει θα ωφελούσαν
Subjunctive PresentSubjunctive AoristSubjunctive Perfet
να ωφελώ να ωφελήσω να έχω ωφελήσει
να ωφελείς να ωφελήσεις να έχεις ωφελήσει
να ωφελεί να ωφελήσει να έχει ωφελήσει
να ωφελούμε να ωφελήσουυε να έχουμε ωφελήσει
να ωφελείτε να ωφελήσετε να έχετε ωφελήσει
να ωφελούν να ωφελήσουν να έχουν ωφελήσει
Imperative PresentImperative Aorist
ωφέλει ωφέλησε
ωφελείτε ωφελήστε
</tr>
Infinitive (Απαρέμφατο)Present Participle
ωφελήσει ωφέλωντας


Passive Voice (Παθητική φωνή)

Present (Ενεστώτας)
ωφελoύμαι
ωφελείσαι
ωφελείται
ωφελούμαστε
ωφελείστε
ωφελούνται
Imperfect (Παρατατικός)Aorist (Αόριστος)Present Perfect (Παρακείμενος)Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
ωφελόμουν ωφελήθηκα έχω ωφεληθεί είχα ωφεληθεί
ωφελόσουν ωφελήθηκες έχεις ωφεληθεί είχες ωφεληθεί
ωφελόταν ωφελήθηκε έχει ωφεληθεί είχε ωφεληθεί
ωφελόμαστε ωφεληθήκαμε έχουμε ωφεληθεί είχαμε ωφεληθεί
ωφελόσαστε ωφεληθήκατε έχετε ωφεληθεί είχατε ωφεληθεί
ωφελόνταν ωφελήθηκαν έχουν ωφεληθεί είχαν ωφεληθεί
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)Conditional
θα ωφελoύμαι θα ωφεληθώ θα έχω ωφεληθεί θα ωφελόμουν
θα ωφελείσαι θα ωφεληθείς θα έχεις ωφεληθεί θα ωφελόσουν
θα ωφελείται θα ωφεληθεί θα έχει ωφεληθεί θα ωφελόταν
θα ωφελούμαστε θα ωφεληθούμε θα έχουμε ωφεληθεί θα ωφελόμαστε
θα ωφελείστε θα ωφεληθείτε θα έχετε ωφεληθεί θα ωφελόσαστε
θα ωφελούνται θα ωφεληθούν θα έχουν ωφεληθεί θα ωφελόνταν
Subjunctive PresentSubjunctive AoristSubjunctive Perfet
να ωφελoύμαι να ωφεληθώ να έχω ωφεληθεί
να ωφελείσαι να ωφεληθείς να έχεις ωφεληθεί
να ωφελείται να ωφεληθεί να έχει ωφεληθεί
να ωφελούμαστε να ωφεληθούμε να έχουμε ωφεληθεί
να ωφελείστε να ωφεληθείτε να έχετε ωφεληθεί
να ωφελούνται να ωφεληθούν να έχουν ωφεληθεί
Imperative
ωφελήσου
ωφεληθείτε
</tr>
Infinitive (Απαρέμφατο)Passive Participle (Παθητική μετοχή)
ωφεληθεί ωφελημένος


>> Languages >> Greek >> Greek grammar >> Regular verbs

Personal tools

« Return to the main site