Greek grammar: Regular verbs: επισκέπτομαι

From UniLang Wiki

Jump to: navigation, search

Deponent First conjugation: Επισκέπτομαι

Present (Ενεστώτας)
επισκέπτομαι
επισκέπτεσαι
επισκέπτεται
επισκεπτόμαστε
επισκέπτεστε
επισκέπτονται
Imperfect (Παρατατικός) Aorist (Αόριστος)Present Perfect (Παρακείμενος)Pluperfect (Υπερσυντέλικος)
επισκεπτόμουν επισκέφθηκα έχω επισκεφθεί είχα επισκεφθεί
επισκεπτόσουν επισκέφθηκες έχεις επισκεφθεί είχες επισκεφθεί
επισκεπτόταν επισκέφθηκε έχει επισκεφθεί είχε επισκεφθεί
επισκεπτόμαστε (or επισκεπτόμασταν) επισκεφθήκαμε έχουμε επισκεφθεί είχαμε επισκεφθεί
επισκεπτόσαστε (or επισκεπτόσασταν) επισκεφθήκατε έχετε επισκεφθεί είχατε επισκεφθεί
επισκέπτονταν (or επισκεπτόντουσαν)επισκέφθηκαν έχουν επισκεφθεί είχαν επισκεφθεί
Future Continuous (Εξακολουθητικός Μέλλοντας)Future simple (Στιγμιαίος Μέλλοντας)Future Perfect (Συντελεσμένος Μέλλοντας)Conditional
θα επισκέπτομαι θα επισκεφθώ θα έχω επισκεφθεί θα επισκεπτόμουν
θα επισκέπτεσαι θα επισκεφθείς θα έχεις επισκεφθεί θα επισκεπτόσουν
θα επισκέπτεται θα επισκεφθεί θα έχει επισκεφθεί θα επισκεπτόταν
θα επισκεπτόμαστε θα επισκεφθούμε θα έχουμε επισκεφθεί θα επισκεπτόμαστε (or θα επισκεπτόμασταν)
θα επισκέπτεστε (or θα επισκεπτόσαστε) θα επισκεφθείτε θα έχετε επισκεφθεί θα επισκεπτόσαστε (or θα επισκεπτόσασταν)
θα επισκέπτονται θα επισκεφθούν θα έχουν επισκεφθεί θα επισκέπτονταν (or θα επισκεπτόντουσαν)
Subjunctive PresentSubjunctive AoristSubjunctive Perfet
να επισκέπτομαι να επισκεφθώ να έχω επισκεφθεί
να επισκέπτεσαι να επισκεφθείς να έχεις επισκεφθεί
να επισκέπτεται να επισκεφθεί να έχει επισκεφθεί
να επισκεπτόμαστε να επισκεφθούμε να έχουμε επισκεφθεί
να επισκέπτεστε να επισκεφθείτε να έχετε επισκεφθεί
να επισκέπτονται να επισκεφθούν να έχουν επισκεφθεί
Imperative
επισκέψου
επισκεφθείτε
</tr>
Infinitive (Απαρέμφατο)Participle (μετοχή)
επισκεφθεί επισκεπτόμενος


>> Languages >> Greek >> Greek grammar >> Regular verbs

Personal tools

« Return to the main site